ευδοξώ


ευδοξώ
εὐδοξῶ, -έω (Α) [εύδοξος]
1. έχω καλή φήμη
2. φρ. εὐδοξῶ τὰ πολλά
επιτυγχάνω έπαινο και τιμή σε πολλά πράγματα.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὐδοξῶ — εὐδοξέω to be in good repute pres subj act 1st sg (attic epic doric) εὐδοξέω to be in good repute pres ind act 1st sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Εὐδόξῳ — Εὔδοξος of good repute masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐδόξῳ — εὔδοξος of good repute masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Εὐδόξωι — Εὐδόξῳ , Εὔδοξος of good repute masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐδόξωι — εὐδόξῳ , εὔδοξος of good repute masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • υπερευδοξώ — έω, Μ υπερέχω ως προς την καλή φήμη. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπερ * + εὐδοξῶ «έχω καλή φήμη»] …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.